Art Studio Dreams

Η γεύση των Χριστουγέννων και του Παπαδιαμάντη επάνω «Στο Χριστό στο Κάστρο»

Εδώ και εικοσιπέντε χρόνια κάνω Χριστούγεννα Στο Χριστό στο Κάστρο με τον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη.
– Το Γιάννη το Νυφιώτη, και τον Αργύρη της Μυλωνούς, τους έκλεισε το χιόνι απάν’ στο Κάστρο, τ’ πέρα πάντα στο Στοιβωτό τον ανήφορο· τ’ ακούσατε;
Ούτως ωμίλησεν ο παπα-Φραγκούλης ο Σακελλάριος, αφού έκαμε την ευχαριστίαν του εξ οσπρίων κι’ ελαιών οικογενειακού δείπνου, την εσπέραν της 23 Δεκεμβρίου του έτους 186…

Χειρόγραφα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη εκτεθιμένα στο σπίτι που γεννήθηκε και πέθανε στη Χώρα της Σκιάθου © Nikos G. Mastropavlos / eudemonia.gr

Χειρόγραφα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη εκτεθιμένα στο σπίτι που γεννήθηκε και πέθανε στη Χώρα της Σκιάθου © Nikos G. Mastropavlos / eudemonia.gr

Έτσι αρχίζει πάντα η μυσταγωγία της γιορτής· αλλά εφέτος δεν με συνεπήρε γενικώς η καλλιεπής γλώσσα του αναχωρητή συγγραφέα που εξυψώνει υπεράνω των εγκοσμίων τα φτωχικά και τετριμμένα καθημερινά, αλλά και η εξαιρετική παράθεση πληροφοριών για τον τόπο, τις ζωές των ανθρώπων και τους χαρακτήρες τους. Ειδικά για την τροφή τους, το μικρό διήγημα του κυρ Αλέξανδρου είναι παράλληλα και μια λογοτεχνική λαογραφική μελέτη του τραπεζιού των απλών ανθρώπων στην Σκιάθο, το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα.

Ήδη από την αρχή της διήγησής του ο Παπαδιαμάντης δίνει την πιο αντιπροσωπευτική εικόνα του τραπεζιού σε μιαν άκρη της Μεσογείου, και μάλιστα ημέρες νηστείας. Το οικογενειακό δείπνο στο «παπαδόσπιτο» συνέθεταν όσπρια και ελιές· και ψωμί οπωσδήποτε. Πιο κάτω αναφέρεται σε αυτό, με αφορμή την ερώτηση του παπά-Φραγκούλη στην παπαδιά:
– Μας φέρανε τίποτε λειτουργιές, μπάριμ;
Η παπαδιά έδειξε διά του βλέμματος, σκεπασμένες με ραβδωτήν δίχρουν σινδόνα, τας ολίγας προσφοράς, όσας είχαν φέρει εις την οικίαν του ιερέως τινές των ενοριτισσών, μέλλουσαι να μεταλάβωσι τη επαύριον, παραμονή των Χριστουγέννων. (…)
– Μας βρίσκεται και τίποτε παξιμάδι; ηρώτησε πάλιν ο ιερεύς.
– Θα έμεινε κάτι ολίγο απ’ της Παναγιάς. Όλο το Σαρανταήμερο ζυμώνουμε κι τρώμε απ’ τα βλογούδια, είπεν η πρεσβυτέρα.
Βλογούδια ήσαν οι μικροί σταυροσφράγιστοι αρτίσκοι, οι προσφερόμενοι υπό των ενοριτών εις τους οίκους των ιερέων κατά το Σαρανταήμερον. Αντί όμως αρτίσκων, αι περισσότεραι ενορίτισσαι κατά τους τελευταίους χρόνους επροτίμων να προσφέρωσιν απλούν άλευρον, και διά τούτο η παπαδιά είπεν, «εζύμωναν απ’ τα βλογούδια».

© Nikos G. Mastropavlos / eudemonia.gr

© Nikos G. Mastropavlos / eudemonia.gr

Η ρακή ήταν παρούσα στη ζωή των ανδρών, ειδικά αυτές τις ημέρες του βαρέως χειμώνος. Ο Πανάγος ο Μαραγκούδης είχε ανέβη στο παπαδόσπιτο «για να είπη μίαν καλησπέρα και να πίη μίαν ρακιά, κατά το σύνηθες». Κι όταν αργότερα κατεύθασε ο μπάρμπα-Στεφανής ο Μπέρκος, ο πιο έξω καρδιά θαλασσινός, είχε πιει ήδη πέντε-έξι πριν φτάσει στο σπίτι του παπά για να κανονίσουν τα του ταξιδιού στο Κάστρο. Αλλά με την ευχή του παπά «ερρόφησε γενναίαν δόσιν εκ της μικρής φιάλης, της πάντοτε κενουμένης και ουδέποτε στειρευούσης, του ιερατικού μελάθρου».

Ο Παπαδιαμάντης περιγράφει λεπτομερώς όλες τις προμήθειες που ο παπάς έκανε προβλεπτικώς, μήπως και αποκλειστούν στο Κάστρο από το βαρύ χειμώνα:

Έμειναν σύμφωνοι να έλθη ο λεμβούχος να τους δώση είδησιν εις τας τρεις, διά να ετοιμασθούν, και εις τας τέσσαρας να εκκινήσωσιν. Ο παπα-Φραγκούλης διέταξε να τεθώσιν εις σάκκους αι προσφοραί όσας είχε, και τινα δίπυρα, και εις δύο μεγάλα κλειδοπινάκια έθεσεν ελαίας και χαβιάρι. Εγέμισε δύο επταόκαδους φλάσκας με οίνον από την εσοδείαν του. Ετύλιξε εις χαρτία δύο ή τρία ξηροχτάποδα, και μικρόν κυτίον το εγέμισε ισχάδας (σ.σ. ξερά σύκα) και μεγαλόρραγας σταφίδας. Τα δύο παπαδοκόριτσα (…) έβρασαν όσα αυγά είχαν, έως τέσσαρας δωδεκάδας, και τα έθεσαν εις τον πάτον ενός καλαθίου (…).

Τα συντηρημένα τρόφιμα κατείχαν ιδιαίτερη θέση στο τραπέζι των ναυτικών κυρίως, αλλά και των στεριανών. Στην ερώτηση αν είχαν κουμπάνια μαζί τους αυτοί που το χιόνι τους απόκλεισε στο Κάστρο, ο Πανάγος λέει: «Και τουφέκι θα είχα, και θηλειές στένουν για τα κοτσύφια. Είχαν πάρει κι αλάτι μπόλικο μαζύ τους, για να τ’ αλατίσουν για τα Χριστούγεννα». Και όντως έτσι έγινε: «Έφεξεν ο Θεός την χαρμόσυνον ημέραν, και οι αιπόλοι εφιλοτημήθησαν να σφάξωσι και να ψήσωσι δύο τρυφερά ερίφια, ενώ οι δύο υλοτόμοι είχαν φέρει από το βουνόν πολλάς δωδεκάδας κοσσύφια αλατισμένα·(…)». Στο χριστουγεννιάτικο τραπέζι συνέβαλε και ο καπετάν Κωνσταντής, του οποίου το γολετί προσάραξε με ασφάλεια σε μιαν αγκάλη της ακτής κάτω από το Κάστρο:

(…) ο καπετάν Κωνσταντής ανεβίβασεν από το γολεττί (…) δύο ασκούς γενναίου οίνου και εν καλάθιον με αυγά και κασκαβάλι της Αίνου, και ημίσειαν δωδεκάδα όρνιθας και μικρόν βυτίον με σκομ βρία. Και έφαγον πάντες και ηυφράνθησαν, εορτάσαντες τα Χριστούγεννα μετά σπανίας μεγαλοπρεπείας επί του έρημου εκείνου βράχου.

Το εσωτερικό του Χριστού στο Κάστρο της Σκιάθου © Nikos G. Mastropavlos / eudemonia.gr

Το εσωτερικό του Χριστού στο Κάστρο της Σκιάθου © Nikos G. Mastropavlos / eudemonia.gr

Τα παραθέματα είναι από την έκδοση των Χριστουγεννιάτικων Διηγημάτων του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη της «Εστίας».