Travel Tales

Οι μικρές χάρες του Νοεμβρίου από τα Τζουμέρκα, τη Δεσφίνα, τη λίμνη Τσιβλού και τη Μονεμβασιά,  ως τη Χώρα Σφακίων

© Nikos G. Mastropavlos / eudemonia.gr

Μικρές χάρες του Νοεμβρίου ή μήπως χαρές; Σε έναν ατμοσφαιρικό μήνα οι χάρες και οι χαρές συναντώνται και ισορροπούν επάνω σε ένα θνησιγενές για το χατίρι της ομορφιάς και της αναγεννησιακής δύναμης του χειμώνα κόκκινο ή χρυσό φύλλο. Το κόκκινο σημαίνει πάθος και ομορφιά, το χρυσό πλούτος. Είναι όντως θαύμα αυτά τα σπουδαία να ενυπάρχουν σε ένα ημιθανές φυλλαράκι, που τρεμοπαίζει επάνω στο γυμνό κλαδί στο παραμικρό φύσημα του  κρύου αγέρα. Κι αυτός ο τρελός, αποχαιρετιστήριος χορός της ζωής; Και μετά το μεγάλο ταξίδι επάνω στο γρήγορο νερό του ευκίνητου ρυακιού; Τι σημαίνουν όλα αυτά τα μικρά και ταπεινά;

© Nikos G. Mastropavlos / eudemonia.gr

© Nikos G. Mastropavlos / eudemonia.gr

Κάτι μεγάλο. Ελπίδα και πάλι ελπίδα, απαντούν οι φλογισμένες από τις πορφύρες και πάμπλουτες από τα χρυσάφια πλαγιές των Τζουμέρκων, καθώς αντανακλούν στην αστραφτερή κοίτη του ποταμού που αργοκυλά σαν λιωμένο, ρευστό, ασήμι. Περνάς πάνω από τη γέφυρα Τζαρή και έχεις στο νου σου το χωριό Καταρράκτης και τις σκληρές, πέτρινες κορφές  που υψώνονται πάνω του. Αλλά γρήγορα αρχίζεις να κοιτάζεις πίσω σου, προς τα κάτω. Τον Αραχθο μέσα από τα έντονα χρωματισμένα κάδρα των φυλλωσιών που επιμένουν. Και μετά τα ίδια τα φύλλα ένα – ένα. Τόσο εύθραυστα, τόσο ταπεινά, αλλά μια μικρή αίσθηση του κόσμου όλου. Και μετά, επί τέλους, στρέφεσαι προς τις κορφές, όταν ήδη έχουν πάρει τα χρώματα της Ροδαυγής μετά το ηλιοβασίλεμα.

© Nikos G. Mastropavlos / eudemonia.gr

© Nikos G. Mastropavlos / eudemonia.gr

Οι άκρες τον Νοέμβριο έχουν μεγάλη χάρη. Ανεβαίνεις από την Αργυρούπολη προς το οροπέδιο Ασκύφου για να τις συναντήσεις. Είναι μια μεγάλη προπαίδεια να ανεβαίνεις προς τα σύννεφα, όλο και πιο κοντά στους κρητικούς γύπες, τις βιτσίλες, που πετούν ούτως ή άλλως ψηλά. Σκληρά βουνά, δύσκολες διαδρομές στο «φρύδι» της μια μεριάς του φαραγγιού του Ίμπρου που πάντα θα είναι μαλωμένες και δεν θα σμίξουν ποτέ η μια με την άλλη. Και μετά η κορδέλα του δρόμου απλωμένη στην πλαγιά πλαγίως και επάνω από τη Χώρα Σφακίων. Είναι σαν να κατεβαίνεις από τα σύννεφα στην ακρογιαλιά.

© Nikos G. Mastropavlos / eudemonia.gr

© Nikos G. Mastropavlos / eudemonia.gr

© Nikos G. Mastropavlos / eudemonia.gr

© Nikos G. Mastropavlos / eudemonia.gr

Τα σύννεφα και η ακρογιαλιά παίζουν εδώ το μεγάλο παιχνίδι. Από την ακρογιαλιά του Φραγκοκάστελου βλέπεις αν είσαι πιστός τους πολεμιστές να καλπάζουν στα σύννεφα επάνω στα άλογά τους. Σε αυτή την θαυμαστή ακτή που κοιτάζει την απέναντι όχθη της Μεσογείου, την Αφρική, γίνονται θαύματα, μικρά και μεγάλα. Από τα μικρά είναι η επιμονή του Γιώργη να δοκιμάσεις για το καλό σφακιανή πίτα που μόλις έβαλε για χάρη σου στο τηγάνι – ζυμάρι γεμισμένο με τυρί – και μετά, όταν ρόδισε και από τις δυο μεριές, την περίχυσε με μέλι, γλυκό και ευωδιαστό, σαν το χάρισμα της φιλοξενίας. Και τα κύματα του Λιβυκού να  έρχονται με δύναμη και να πέφτουν πάνω στο σώμα της μεγάλης νήσου.

© Nikos G. Mastropavlos / eudemonia.gr

© Nikos G. Mastropavlos / eudemonia.gr

Νυχτωθήκαμε στο Λιβυκό, αλλά ξημερώσαμε στη Μονεμβασιά. Τα κάστρα φανερώνουν όλο το μυστήριο και τα μυστικά τους την αυγή. Στενά καλντερίμια με δρομικές και επιτοίχιους φανοστάτες. Ανεβαίνεις πριν ακόμα ξημερώσει το οχυρωμένο καλντερίμι για την Άνω Πόλη, το κάστρο του Κάστρου, και βλέπεις να αναδύεται από τα σκοτάδια το σχέδιο της πολιτείας. Σκοτεινοί ακόμη δρόμοι, αχνοφωτισμένες εκκλησιές, πιο σκιερά σπίτια, μαύρη θάλασσα που αγωνίζεται να κατακτήσει το μπλε όσο πάει προς τα βουνά του ορίζοντα  και συναντά το τριανταφυλλί, αραχνοΰφαντο πέπλο της  αυγής.

© Nikos G. Mastropavlos / eudemonia.gr

© Nikos G. Mastropavlos / eudemonia.gr

Περνάς την πύλη του επάνω κάστρου, του Γουλά, και βρίσκεσαι σε ένα άλλο μυστήριο. Η ερημία των καιρών σαρώνει την κορυφή του βράχου μέχρι το «φρύδι» του, το επάνω τείχος με τους ακρογωνιαίους μικρούς πύργους. Εκεί μπορείς να στήσεις καρτέρι στην ανατολή, που αναδύεται μέσα από τη θάλασσα, και να την παρακολουθήσεις με ηδονή να «μαλακώνει» με τις ζεστές αποχρώσεις της την, πέτρινη, σκληρή, εικόνα της Αγίας Σοφίας που φρέναρε την τελευταία στιγμή στην άκρη του γκρεμού. Στο κάτω κάστρο, στο κεντρικό σοκάκι, η στη «Ματούλα» στρώνει τραπέζι με τα πολύ ιδιαίτερα σαΐτια, χόρτα, σπανάκι, δυόσμος, λάπαθα, μυρώνια, τυλιγμένα σε φύλλο που μετά που θα ψηθεί πασπαλίζεται με τυρί.

© Nikos G. Mastropavlos / eudemonia.gr

© Nikos G. Mastropavlos / eudemonia.gr

Ώρα για πρωινό, πιο μακριά, στη Δεσφίνα, στο στρωμένο τραπέζι στην πίσω αυλή. Πριν όμως η βάση του τραπεζιού βγαίνει ευωδιαστή και λαχταριστή από τον φούρνο του Γιώργου και του Θεόδωρου Σαμουήλ. Παξιμαδάκια παραδοσιακά από αλεύρι κίτρινο και προζύμι. Και η «φταλιά», το ψωμί με λάδι και σουσάμι που ψήνεται μέσα στο ταψάκι και ταιριάζει πολύ με το πετιμέζι ή τη φέτα. Και το ψωμί μαζί με ιθαγενές κατσικίσιο τυρί. Η Δήμητρα, η Ρούλα και οι άλλες κυρίες – ξάγρυπνες από το ξεφάντωμά τους το προηγούμενο βράδυ στην Αθήνα – κόβουν και φτιάχνουν μπουκιές ψωμοτύρι και δεν σταματούν να απλώνουν τον ενθουσιασμό τους, μαζί με τα φαγητά, στο τραπέζι. Τριψάνα, παξιμάδια μουσκεμένα στο γάλα και αλάτι. Κοκοτάκια με πλαστό φύλλο. Και κολοχαλβάς, με αμύγδαλα, κανέλα και κόλλα νισεστέ.

© Nikos G. Mastropavlos / eudemonia.gr

© Nikos G. Mastropavlos / eudemonia.gr

Οι κούκλες φτιάχτηκαν για τις παιδικές αγκαλιές και η κουκλίστικη λίμνη Τσιβλού, στην ορεινή Αχαΐα, σε προκαλεί να την αγκαλιάσεις. Είναι τόσο μικρή και όμορφη, που μπορείς να την απολαύσεις ολόκληρη, περπατώντας γύρω από το οβάλ σώμα της και εξερευνώντας την με όλες τις αισθήσεις σου. Οι ωραίες εικόνες, ειδικά όταν το «μάτι του Θεού» την κοιτάξει από την κορυφογραμμή του Χελμού,  χαϊδεύουν τα μάτια, τα αυτιά η κίνηση του νερού και τα χέρια τα ξερά φύλλα που θρυμματίζονται στο άγγιγμά σου. Και βεβαίως η στάση «Παράδεισος» τη γεύση.

© Nikos G. Mastropavlos / eudemonia.gr

© Nikos G. Mastropavlos / eudemonia.gr

Γεια στα χέρια της κυρίας Κατερίνας: ζυμωτό ψωμί, άγρια χόρτα, κεφτεδάκια με ντομάτα, κολοκυθοκεφτέδες, λαχονοντολμάδες, κολοκυθόπιτα, κουνελάκι στιφάδο και πάνω απ’ όλα κόκορας κρασάτος, δίπλα στη θαλπωρή του αναμμένου τζακιού και τη ζεστασιά της παρέας, πίνοντας τσίπουρο από αστίβιαστα στέμφυλα, που δεν έχουν ξεζουμιστεί κατά την οινοποίηση, αλλά οι ρόγες έδωσαν τους χυμούς τους πιεζόμενες μόνο με το δικό τους βάρος. Η παρέα με τον παραγωγό του, τον κύριο Κώστα, μας δίνει δικαιώματα να πιούμε κάτι παραπάνω. Και να γευτούμε πράγματα που ο ίδιος παράγει στα κτήματά του. Γλυκές στιγμές, σαν το γλυκό κολοκύθι, το σύκο, το κυδώνι και το μαύρο κεράσι.