Art Studio Dreams

Τέχνη, η υπεραξία των χρήσιμων πραγμάτων και το αιωνόβιο Μουσείο Νεότερου Ελληνικού Πολιτισμού

© Nikos G. Mastropavlos / eudemonia.gr

Ασημένιο στέφανο γάμου από τη Μικρά Ασία, νυχτικό με λευκοκέντημα από την Κωνσταντινούπολη, πλουμισμένη ρόκα από τη Μακεδονία, σιδεροπρίονο, κουνιστό αλογάκι, χρυσοκέντητο μαξιλάρι από τα Ιωάννινα, θραύσμα από πλακάκι της Κιουτάχειας, «καλτσόξυλο», ξυλόγλυπτος σταυρός ευλογίας. Δεν προσέφεραν απλώς καλό έργο, αλλά διηγούνται και ιστορίες από άλλες εποχές. Κι έτσι κέρδισαν επαξίως περίοπτη θέση στις προθήκες του Μουσείου Νεότερου Ελληνικού Πολιτισμού, το οποίο εορτάζει έναν αιώνα ζωής. Αλλά δεν εξαντλήθηκαν εκεί. Η εσωτερική ακτινοβολία τους καλά κρατεί και έχει τη δύναμη να εμπνεύσει καινούργιες ιστορίες στους αενάως ευαίσθητους στα μηνύματα των καιρών καλλιτέχνες. Τα τεκμήρια της νέας ζωής των εκθεμάτων του Μουσείου παρουσιάζονται στο Τζαμί Τζισδαράκη, στην πλατεία Μοναστηρακίου, έως τις 28 Φεβρουαρίου.

© Nikos G. Mastropavlos / eudemonia.gr

© Nikos G. Mastropavlos / eudemonia.gr

Οι μεταμορφώσεις του ονόματος και της ιδεολογίας του μουσείου, δείχνουν και την εξέλιξη της αντιμετώπισης των χρηστικών αντικειμένων. Ξεκίνησε το 1918 ως Μουσείον Ελληνικών Χειροτεχνημάτων για να μετονομαστεί ξανά, μόλις πέντε χρόνια αργότερα, σε Μουσείον Κοσμητικών Τεχνών. Συλλέγονται έργα χειρών με αισθητική και καλλιτεχνική αξία, τα οποία υπογράμμιζαν τη σύνδεση του σύγχρονου ελληνικού πολιτισμού με τον αρχαίο.

Στη δεύτερη περίοδο της ζωής του Μουσείου, από το 1956 έως το 1981, αποκρυσταλλώνεται το περιεχόμενο των συλλογών του και οριστικοποιείται η ονομασία του: Ελληνικής Λαϊκής Τέχνης. Παραμένει ως κριτήριο η υψηλή αισθητική αξία των αντικειμένων, αλλά αναδεικνύεται ο ανώνυμος «ελληνικός λαός» ως δημιουργός.

© Nikos G. Mastropavlos / eudemonia.gr

© Nikos G. Mastropavlos / eudemonia.gr

Την τρίτη περίοδο, από το 1981 έως το 2010, κερδίζουν θέση στο μουσείο τα αμιγώς χρηστικά αντικείμενα – ενδύματα, σκεύη, λατρευτικά αντικείμενα, τάματα, εργαλεία, επαγγέλματα, καθώς και επώνυμα κεραμικά –  που δεν έχουν μεν υψηλή αισθητική αξία, αλλά περιγράφουν και τεκμηριώνουν την λαογραφία του καθημερινού υλικού βίου, αστικού και παραδοσιακού.

Την περίοδο που διανύει τώρα ως Μουσείο Σύγχρονου Ελληνικού Πολιτισμού, στις συλλογές του αποθησαυρίζονται αντικείμενα που διηγούνται συγκλονιστικές προσωπικές ιστορίες ανθρώπων. Δεν είναι η αισθητική τους αξία, ούτε η σπανιότητά τους που τα κάνουν «κειμήλια», αλλά η σύνδεσή τους με την καθημερινή ζωή προηγούμενων γενεών που δεν θέλουμε να ξεχάσουμε. Και, βεβαίως, μας ενδιαφέρει να δούμε την προβολή τους στο μέλλον, με τον τρόπο που μόνο η Τέχνη γνωρίζει να μας παρουσιάζει και να μας φωτίζει.

Αυτό ήταν το στοίχημα της έκθεσης. Ποιες ιδέες μπορούν να βάλουν στο νου διακεκριμένων εικαστικών καλλιτεχνών τα αντικείμενα από τις συλλογές του μουσείου, που οι ίδιοι επέλεξαν να τους εμπνεύσουν. Την επετειακή έκθεση επιμελήθηκαν η διευθύντρια του μουσείου Έλενα Μελίδη και οι ιστορικοί τέχνης Άννυ Μάλαμα και Λουίζα Καραπιδάκη. Συμμετέχουν οι εικαστικοί καλλιτέχνες Δημοσθένης Κοκκινίδης, Πέπη Σβορώνου, Γιάννης Αδαμάκης, Βάσια Α. Βανέζη, Λυδία Βενιέρη, Σοφία Βλαζάκη, Μαρία Γρηγορίου, Στέλιος Καραμανώλης, Ζωή Κεραμέα, Αφροδίτη Λίτη, Κωνσταντίνος Παπαμιχαλόπουλος, Τούλα Πλουμή, Τάκης Ζερδεβάς, Μάκης Φάρος, Γιούλα Χατζηγεωργίου.

Το «Γλυπτικό σύμπαν» της Αφροδίτης Λίτη

© Nikos G. Mastropavlos / eudemonia.gr

© Nikos G. Mastropavlos / eudemonia.gr

Τα διαδεδομένα εγχάρακτα, φουσκωτά ή φολιδωτά δακτυλίδια των λαϊκών αργυροχρυσοχόων, έφεραν στον νου της  της καθηγήτριας στην ΑΣΚΤ Αφροδίτης Λίτη την πορεία της οικογένειάς της από τη Βέροια στην Αθήνα. Της είχαν διηγηθεί ότι η γιαγιά της έβαλε στον υφαντό μποξά τα πιο πολύτιμα πράγματά της, μεταξύ των οποίων και τρία δακτυλίδια, πήρε από το χέρι τα παιδιά της, και κίνησε προς το άγνωστο. Αυτά, τα ίδια, δακτυλίδια, μεγέθυνε η γλύπτρια, για να τιμήσει με λαμπερό, γυαλιστερό, πολύτιμο τρόπο τις μνήμες της οικογένειας της που φυλάει μέσα της μαζί με τα πατρογονικά κειμήλια μεγάλης συναισθηματικής αξίας. Ο μποξάς έχει μεταμορφωθεί σε χαλί και δεν είναι υφαντός, αλλά από ταιριασμένες μία – μία με το χέρι ψηφίδες φυσητού γυαλιού. Τα σχέδιά του, όμως, είναι από μοτίβα μακεδονίτικων υφαντών.  Έτσι, αυτό το Γλυπτικό Σύμπαν της Αφροδίτης Λίτη, όπως γράφει η ίδια, μετατρέπεται σε συνδετικό κρίκο μεταξύ των αντικειμένων της παράδοσης και της γλυπτικής της τέχνης.

Σε παλαιότερη συνομιλία μας, η δημιουργός μας είχε πει για την τέχνη της: «Αισθάνομαι ότι γεννήθηκα μαζί με το ενδιαφέρον για τη γλυπτική. Όλος ο τρόπος ζωής μας, είναι προσαρμοσμένος στο πως θα κάνουμε τα έργα μας. Είναι μια ανθρωποκεντρική τέχνη, από τον άνθρωπο, για τον άνθρωπο. Η τέχνη εμπεριέχει την επικοινωνία. Άρα, στέλνεις τα μηνύματά σου κι αυτά βρίσκουν και ομαδοποιούν καλλιτέχνες και θεατές, και πυροδοτούν ανταλλαγές. Η τέχνη φέρνει μια καρποφορία πέρα από κάθε προσδοκία».

Ο «Άγιος Μνεπ ΙΙ» του Κωνσταντίνου Παπαμιχαλόπουλου

© Nikos G. Mastropavlos / eudemonia.gr

© Nikos G. Mastropavlos / eudemonia.gr

© Nikos G. Mastropavlos / eudemonia.gr

© Nikos G. Mastropavlos / eudemonia.gr

Τις έχει αυτές τις εκπλήξεις η τέχνη του Κωνσταντίνου Παπαμιχαλόπουλου. Ξεκίνησε από μια πλουμισμένη ξύλινη ρόκα και μια ξυλόγλυπτη εικόνα Αγίου και έφτασε σε μια εικόνα πάνω σε ξύλο – με μελάνι, αυγοτέμπερα και φύλλο χρυσού – δικέφαλο Thoth, σκηνές θαλασσογραφίας ιαπωνικών Namban έργων του 16ου – 17ου  αιώνα και ξυλόπηκτα κτίρια με κολοσσιαία λουλούδια, δημιουργώντας, όπως λέει ο ίδιος ο ζωγράφος, «νέες αφηγήσεις πιο συγγενείς στον τρόπο του νταντά ή των σουρεαλιστών, του κολάζ και του σύγχρονου μουσικού resampling».

Η πολυεπίπεδη λειτουργία και ανάγνωση είναι η κεντρική ιδεολογία των έργων του, τα οποία πηγαινοέρχονται με το ίδιο, δυναμικό, βήμα, μεταξύ της αρχαίας τέχνης και μυθολογίας, της βυζαντινής εικονογραφίας, του ιδιώματος της Άπω Ανατολής και τη γλώσσα των κόμικ και των ηλεκτρονικών παιχνιδιών: «Το φυσικό για τον άνθρωπο δεν υπάρχει», τονίζει. «Το πραγματικό είναι οι τεχνολογίες που ο ίδιος δημιουργεί για να λειτουργήσει τον κόσμο γύρω του. Είναι ο κόσμος που δημιουργεί ο ίδιος. Μου αρέσει ότι η τέχνη είναι μια τεχνητή κατασκευή, την οποία χρησιμοποιώ για να αντιληφθώ τον κόσμο γύρω μου. Και ο κόσμος γύρω μου δεν έχει στο κέντρο τον άνθρωπο. Ο άνθρωπος, απλώς, είναι ένα μέλος ενός ευρύτερου κόσμου. Αυτό είναι κάτι που εμένα με απασχολεί στη δουλειά μου. Ότι τα μέτρα δεν είναι πλέον παράλληλα με τη γραμμική προοπτική που είχε φτιαχτεί ο κόσμος. Δεν είμαστε εμείς το κέντρο και από εκεί και πέρα όλα τα υπόλοιπα, απλώς τα αναγνωρίζουμε. Είμαστε μέρος ενός κόσμου ο οποίος μας υπερβαίνει. Εμείς τον φτιάξαμε για να μας υπερβαίνει. Οι ίδιοι αναγνωρίζουμε ότι τα όριά μας είναι πεπερασμένα και πρέπει να τα σπάμε συνεχώς. Κι αυτό γίνεται με τις πολλαπλές αφηγήσεις. Δεν έχουμε μία αφήγηση συνεκτική που μας ενώνει, αλλά ένα ρίζωμα, χωρίς αρχή, χωρίς τέλος, που στην πραγματικότητα είναι απλές διέξοδοι, τις οποίες ο καθένας μπορεί να βρει με το δικό του τρόπο. Έτσι θέλω να δει κανείς και τη ζωγραφική μου, ότι δεν έχει μία ανάγνωση. Αν υπάρχει μια ιδεολογία πίσω από αυτήν, είναι ότι δεν υπάρχει μια αλήθεια, ένας τρόπος να δεις το έργο».

Τα τάματα της μνήμης του Γιάννη Αδαμάκη

© Nikos G. Mastropavlos / eudemonia.gr

© Nikos G. Mastropavlos / eudemonia.gr

© Nikos G. Mastropavlos / eudemonia.gr

© Nikos G. Mastropavlos / eudemonia.gr

© Nikos G. Mastropavlos / eudemonia.gr

© Nikos G. Mastropavlos / eudemonia.gr

Στα έργα του Γιάννη Αδαμάκη οι μνήμες γεμίζουν το τελάρο ή κρεμιούνται σαν τάματα σε αυτό. Όλα αυτά τα ποντοπόρα πλοία που ζωγραφίζει αποπλέουν από τον λιμιώνα των οικογενειακών παραδόσεων στη θάλασσα και ενσωματώνουν συχνά φωτογραφίες και γράμματα ξενιτεμένων. Άλλες φορές πάλι ενσωματώνει στα έργα του και δικά του ενθυμήματα από ταξίδια. Κι όλα αυτά τα τεκμήρια μνήμης, είναι ταυτοχρόνως και απουσίας. «Απουσία είναι ένα άδειο ρούχο», γράφει ο δημιουργός, όπως αυτό το ασπροκεντημένο νυχτικό του 1913 από την Κωνσταντινούπολη που διάλεξε να απλώσει στο κέντρο του πίνακά του. Και γύρω του σαν τάματα, ένθετα, το θραύσμα από το κεραμικό πλακάκι της Κιουτάχειας, το ασημένιο στέφανο του γάμου από τη Μικρά Ασία, το κεραμικό πιάτο του αγγειοπλάστη Μικρασιάτη πρόσφυγα Μηνά Αβραμίδη του 1950, το χρυσοκέντητο μαξιλάρι από τα Ιωάννινα, και η χρυσοκέντητη ποδιά από τη Θεσσαλία. Γιατί απουσία είναι και «τα πράγματα που άγγιξαν. Απουσία είναι το δάκρυ, οι σκέψεις, οι ελπίδες, οι βεβαιότητες, οι εμμονές τους».

© Nikos G. Mastropavlos / eudemonia.gr

© Nikos G. Mastropavlos / eudemonia.gr

© Nikos G. Mastropavlos / eudemonia.gr

© Nikos G. Mastropavlos / eudemonia.gr

Ο Γιάννης Αδαμάκης, λέει: «Θέλω στα έργα μου να συμβαδίζει η ζωγραφική με το συναίσθημα. Τον τελευταίο καιρό έχει ενοχοποιηθεί το συναίσθημα. Το ταξίδι μου είναι ανοιχτό, δεν υπάρχουν προαποφασισμένα πράγματα, και τις μνήμες που αναδύονται δεν τις αφήνω πίσω μου, αλλά προσπαθώ να τις εντάξω στο έργο, με αυτά τα ένθετα που χρησιμοποιώ πολλές φορές, που φορτίζουν την κεντρική εικόνα, όπως τα τάματα στα εικονίσματα ή οι φωτογραφίες στους καθρέφτες».

Τα φορέματα της ζωγραφικής του Δημοσθένη Κοκκινίδη

© Nikos G. Mastropavlos / eudemonia.gr

© Nikos G. Mastropavlos / eudemonia.gr

Τα ζωγραφιστά φορέματα που φιλοτεχνούσαν με μεγάλη επιτυχία τη δεκαετία του 1960-1970 η Πέπη Σβορώνου (1934-2011) και ο Δημοσθένης Κοκκινίδης, μετέπειτα καθηγητής και πρύτανης στην ΑΣΚΤ, άφησαν εποχή. Ήταν πρωτοποριακό εγχείρημα για την Ελλάδα και  την Ευρώπη να γίνει η τέχνη μόδα και μπορούν να φορούν οι γυναίκες έναν ενυπόγραφο, μοναδικό, πίνακα ζωγραφικής. Γιατί έτσι τα είχαν σκεφτεί και παρουσιάσει. Σαν έργα ζωγραφικής. Κοιτάζοντας τα δύο φορέματα που παρουσιάζονται στην έκθεση, θυμήθηκα την ιστορία τους, όπως μου την είχε διηγηθεί ο Δημοσθένης Κοκκινίδης:

«Το 1959, απένταρος, πήγα στον Οργανισμό Ελληνικής Χειροτεχνίας για να αναλάβω το καλλιτεχνικό τμήμα. Εκεί αναζητούσαμε τρόπους για να αναπτύξουμε την ελληνική χειροτεχνία και βιοτεχνία, σχεδιαστικά. Εγώ, ήμουν ο μόνος καλλιτέχνης εκεί μέσα. Μετά από ένα χρόνο πήραν και τη μετέπειτα γυναίκα μου, Πέπη Σβορώνου, που μόλις είχε αποφοιτήσει από την ΑΣΚΤ. Πήγαμε τρεις μήνες στην Ιταλία για μετεκπαίδευση και όταν γυρίσαμε ήξερα περισσότερα γράμματα στο ντιζάιν και είπα στην Πέπη ότι εγώ δεν μπορώ να υποφέρω αυτόν τον πρόεδρο. Ο πρόεδρος ήταν ένας αυλικός, φίλος της Φρειδερίκης, Πόγκης λεγότανε, που δεν μας άφηνε να κάνουμε δουλειά. Φεύγω. Η Πέπη είχε μείνει έξι μήνες στην Ιταλία μετά από εμένα και της λέω ότι εκεί βάφουν και πανιά, και να δει τι και πως. Όταν γύρισε μου έφερε ένα φόρεμα. Πολύ ακαδημαϊκό. Με τι μπογιές; Έτσι κι έτσι. Και μαθαίνω ότι οι μπογιές είναι από τη Bayer, αντέχουν επάνω στα βαμβακερά και τα μεταξωτά, και άρχισα να κάνω δοκιμές στην τεράστια μασίνα, με τις μεγάλες κατσαρόλες, του πατρικού της Πέπης, που είχε σχεδιάσει ο Τσίλερ στο Νέο Φάληρο.

»Με μια μοδιστρούλα της γειτονιάς, έκανα δυο – τρία φορέματα, τα φοράνε η Πέπη και η αδερφή της, όλοι λένε α, τι ωραία, τι ωραία. Και αρχίζουμε. Κάνουμε, με την Πέπη μαζί, ογδόντα φορέματα. Τα τελαρώναμε καρφιτσώνοντάς τα επάνω σε κόντρα πλακέ, για να μπορούμε να τα ζωγραφίσουμε, με τεφλόν από πίσω για να απορροφά το χρώμα. Τα δίνουμε στη μοδίστρα, τα ράβει. Ήμουν θαρραλέος οφείλω να πω, τώρα που τα σκέφτομαι.

»Θα τα δείξουμε στην Αθήνα, είπα στην Πέπη και νοικιάσαμε στη Θησέως, στο Σύνταγμα, το ισόγειο ενός πολύ ωραίου νεοκλασικού, και κάνουμε εκεί παρουσίαση των φουστανιών. Πώς; Τα εκθέσαμε σαν πίνακες ζωγραφικής. Και ήρθε όλο το ανφάν γκατέ της Αθήνας. Την άλλη μέρα εξώφυλλα στον Ταχυδρόμο και στις Εικόνες. Μιλάμε για το 1961. Ήταν μεγάλη καινοτομία αυτό που κάναμε, δεν υπήρχε ούτε στην Ευρώπη. Ένα και μοναδικό έργο τέχνης με υπογραφή το καθένα».