Travel Tales

Το Γεωπάρκο Σητείας, η Λασιθιώτικη κουζίνα και τα μυστήρια της γης στην Ανατολή της Κρήτης

Share

Στο Γεωπάρκο Σητείας, είδαμε, αφουγκραστήκαμε, γευτήκαμε, αισθανθήκαμε, ζήσαμε, την αέναη λειτουργία της γης στην ανατολή της Κρήτης· και νοιώσαμε να ζωντανεύει ο μύθος που έπεισε την παιδική φαντασία μας, ότι ο άνθρωπος είναι πλασμένος με χώμα, νερό και πνεύμα, και να γίνεται πραγματικότητα και αλήθεια. Όντως, το φανερό μυστικό της Κρήτης, το σώμα της, η γη της, είναι ζωή, και τα όπου Γης, Παγκόσμια Γεωπάρκα, που λειτουργούν υπό την αιγίδα της UNESCO, υπάρχουν για να μας το θυμίζουν και να μας προτρέπουν να απολαύσουμε τις αρχέγονες, όσο και σύγχρονες, χάρες και τις χαρές της.

© Nikos G. Mastropavlos / eudemonia.gr

Εδώ, στην Κάτω Ζάκρο, η ιστορία του σώματος της Κρήτης, μοιάζει να αναβλύζει και να αποκαλύπτεται από τα σπλάχνα της γης της. Δεν κρύβει την ηλικία της, αντιθέτως την αποκαλύπτει φιλάρεσκα στις ακτές με τις ραβδώσεις των γεωλογικών περιόδων, προβάλλοντας ένα συγκλονιστικό αξιοθέατο για τους συνειδητοποιημένους γεωπεριηγητές. Είναι μια «ακτινογραφία» της ανύψωσης του ανατολικού άκρου της Κρήτης, την ώρα που το δυτικό βυθίζεται στη θάλασσα, όπως, χαρακτηριστικά, μας λέει ο Βαγγέλης Περάκης, συντονιστής του Γεωπάρκου Σητείας, ενός εκ των τεσσάρων που λειτουργούν ως δίκτυο στον νησιωτικό, ελλαδικό χώρο, στον Ψηλορείτη, στη Λέσβο και στο Τρόοδος της Κύπρου. Δύο ακόμη γεωπάρκα έχουν ανακηρυχθεί στην ηπειρωτική Ελλάδα, στον Χελμό και το φαράγγι του Βουραϊκού στην Πελοπόννησο και του Βίκου – Αώου στην Ήπειρο.

© Nikos G. Mastropavlos / eudemonia.gr

Η συμβολή των τεκτονικών πλακών του κόσμου

Βλέπουμε την ίδια τη γη να μας φανερώνει τα σημεία της ιστορίας της, τα οποία ο Βαγγέλης Περράκης μας βοηθά να αποκρυπτογραφήσουμε. Θα φτάναμε στο απώτερο σημείο του Κάβο Σίδερου, όπου υπάρχει ελεύθερη πρόσβαση, και δεν θα δίναμε καμιά σημασία στις αλλεπάλληλες ζώνες των πετρωμάτων που έχει αποκαλύψει στο αριστερό μας χέρι η διάνοιξη του δρόμου, αν δεν δίναμε σημασία στην ενημερωτική πινακίδα που έχει τοποθετήσει ο οργανισμός του γεωπάρκου. Στις Πλακούρες, όπως λέγεται η τοποθεσία, φαίνονται τα πλακοειδή μάρμαρα, τα οποία αποτελούν την κατώτερη, τεκτονικά, γεωλογική ενότητα της Κρήτης. Με άλλα λόγια, αυτά, είναι τα γηραιότερα πετρώματα της Κρήτης, η πιο παλιά κρητική γη. Αλλά δεν είναι εξαιρετικά μόνο γιατί αποτελούν τους θεμέλιους λίθους της Μεγαλονήσου, αλλά, κυρίως, γιατί είναι εντυπωσιακοί οι γεωμετρικοί σχηματισμοί τους, τους οποίους διανθίζουν απολιθωμένα σφουγγάρια. Και πριν, στα δεξιά του δρόμου, στο λόφο πάνω από την Ερημούπολη, θα περιοριζόμασταν μόνο στη θέα της ωραίας παραλίας και της χερσονήσου της αρχαίας Ιτάμου, και δεν θα προσέχαμε αν δεν μας τις έδειχναν τις βαθιές χαρακιές επάνω στο λείο βράχο, τα σημάδια της διολίσθησης των γιγαντιαίων τεκτονικών πλακών της Γης, της Αφρικής και της Ευρασίας, που συναντώνται εδώ, καταμεσής της Μεσογείου.

© Nikos G. Mastropavlos / eudemonia.gr

Τα μυστήρια των φοινίκων του Θεόφραστου στο Βάι

Λίγο μετά, το εξωτικό, όσο και αινιγματικό, φοινικόδασος στο Βάι, είναι μια μοναδική, εντυπωσιακή, χειρονομία της γης στη Γηραιά Ήπειρο. Τα ψηλά δένδρα, ένα ολόκληρο δάσος, αναζητά σταγόνες δροσιάς βαθιά στο αμμώδες έδαφος, τη στιγμή που οι άνθρωποι, ανακατεύονται με τα σκόρπια δένδρα που πλησίασαν ακόμα πιο πολύ την αμμουδιά, αναζητώντας την καταιγιστική δροσιά στη θάλασσα, που λες ότι διατρέχει όλη την ανατολική Μεσόγειο για να φτάσει ανεμπόδιστα μέχρις εδώ. Κάπως έτσι θα έφτασαν μέχρις εδώ και οι μύθοι για την καταγωγή των φοινίκων – για Αλγερινούς πειρατές ή Φοίνικες εμπόρους – καβάλα στα κύματα της Μεσογείου. Όμως, η πραγματικότητα είναι ότι αυτοί οι φοίνικες του Θεόφραστου είναι ιθαγενείς. Η Κρήτη ήταν πάντα εξωτική και τρίστρατο ηπείρων – της Αφρικής, της Ασίας και της Ευρώπης – που στο κοσμοπολίτικο DNA της κολυμπούν ιδιαίτερα χρωμοσώματα, όπως η μοναχική και σπάνια Σιληνή του Χόλτζμαν, ενδημική του νοτιοανατολικού Αιγαίου, η οποία ανθίζει εδώ στο νησάκι στην άκρη του όρμου του Βάι, στο νοτιότερο σημείο της εξάπλωσής της· το μεγάλο θαύμα της μικρής βραχονησίδας.

© Nikos G. Mastropavlos / eudemonia.gr
© Nikos G. Mastropavlos / eudemonia.gr

Περπατούμε αντίθετα με τη ροή του γάργαρου, κρυστάλλινου, νερού των πηγών της Ζάκρου και γνωριζόμαστε, μέσω των κατατοπιστικών πινακίδων που έχει τοποθετήσει το Γεωπάρκο Σητείας, και με άλλα μικρά θαύματα, σπάνιας ζωτικότητας, όπως τις καμπανούλες – την Λεπτόκλαδη και την Λασηθιώτικη – ενδημικές και πολύ στενά ενδημικές της ανατολικής Κρήτης. Μικρά άνθη, εύθραυστα, αλλά με όλη τη δυναμική της ζωής κλεισμένη στην ομορφιά τους, που ανθίζει με το πρώτο σκίρτημα της άνοιξης. Όπως και το Σητειακό Λιμόνιο ή Αμάραντο και η Αγκάθα Carlina Sitiensis, ιθαγενείς κάτοικοι των ακροθαλάσσιων βράχων του βορειοανατολικού άκρου της Κρήτης και της Κάσου. 

© Nikos G. Mastropavlos / eudemonia.gr
© Nikos G. Mastropavlos / eudemonia.gr

Τα ταξίδια και η ευτυχία του μινωικού πολιτισμού

Η Κάσος, που κάποιοι την αποκαλούν και Μικρή Κρήτη, πρέπει να ήταν το πρώτο λιμάνι που έπιαναν οι Μινωίτες στο ταξίδι τους προς την πολύφερνη Ανατολή και το πρώτο σκαλοπάτι της κατά τον Θουκυδίδη «θρυλούμενης» θαλασσοκρατορίας τους. Οι ναυτικοί εκείνης της εποχής – μιλάμε για κοντά 5.000 χρόνια πριν από σήμερα – έβλεπαν τον προορισμό τους πριν μπουν στην περιπέτεια των αρχέγονων ταξιδιών τους, έχοντας ούριο άνεμο στο πανί τους, το δροσερό μελτέμι, που έπνεε από τότε από την ίδια, βορειοανατολική, κατεύθυνση το καλοκαίρι, την εποχή του ευοίωνου πλου. Κι από εδώ, τον ειδυλλιακό όρμο με τα ίχνη του αρχαίου λιμανιού, στην έξοδο του εντυπωσιακού Φαραγγιού των Νεκρών, μπροστά από τα ιερά ερείπια του σπουδαίου μινωικού Ανακτόρου – το μικρότερο από τα τέσσερα γνωστά Παλάτια, της  θρυλικής Κνωσού, της Φαιστού και των Μαλίων – ένα βουνό, η Κάσος, σαν βοσκός των κυμάτων, αναδύεται από το πέλαγος στη γραμμή της συμβολής του με τον ουρανό, ευδιάκριτη πρόκληση στην ταξιδιωτική τόλμη των ναυτών των πλοίων του πρώτου ευρωπαϊκού πολιτισμού.

© Nikos G. Mastropavlos / eudemonia.gr

«Anamnesia»… Η άκρη της ανατολής της Κρήτης μας καλωσορίζει με τον γνωστό της, αγαπημένο, τρόπο, με τον οποίο ανοίγει διάπλατα την καρδιά της και σε κλείνει μέσα, όπως εμάς τώρα στην αγκαλιά του όρμου της Κάτω Ζάκρου, σχεδόν επάνω στο ψιλό χαλικάκι της ακροθαλασσιάς, τα ποτηράκια της ρακής. Κι η ρακή θέλει πάντα συντροφιά και η συντροφιά γευστικά ανταμώματα. Και ο καλύτερος μεζές για τη ρακή είναι ατόφιοι οι καρποί της γης, χλωροί, για να διατηρούν ακόμη το σφρίγος και τους χυμούς της· αγκινάρες, κουκιά, ντομάτες, αγγούρια ή επεξεργασμένες ελιές, όπως αυτές που διατηρήθηκαν σε κύπελλο, μέσα στη λάσπη του πηγαδιού, στο Ανάκτορο της Ζάκρου. Κι αυτά είναι εκφάνσεις της ίδιας γης, που κυοφορεί μυστήρια, μυστικά και εκπλήξεις.

© Nikos G. Mastropavlos / eudemonia.gr

Κι αυτό το Ανάκτορο ήταν μια έκπληξη που κρατούσε η γη στα σπλάχνα της. Σαν να την έσκαβαν οι αρχαιολόγοι για να βλαστήσει, να καρπίσει και να θερίσουν μετά πληροφορίες για το ευτυχισμένο παρελθόν της Κρήτης. Αυτό σημαίνει, λένε, και ο τίτλος Μίνωας. Ευτυχισμένος, ίσως, μακάριος. Γιατί αυτό αισθάνεται με μεγάλη έκπληξη ο επισκέπτης των μινωικών Παλατιών, των μουσείων και των τοπίων της Μεγαλονήσου. Εδώ που αρχίζει η Ευρώπη, τριάντα έξι αιώνες πριν από σήμερα, οι άνθρωποι κατασκεύαζαν, φύτευαν, ζούσαν καλύτερα από οποιοδήποτε άλλο σημείο της Γηραιάς Ηπείρου (Πωλ Φωρ, Η καθημερινή ζωή στην Κρήτη τη μινωική εποχή, εκδόσεις Δημ. Ν. Παπαδήμα).

© Nikos G. Mastropavlos / eudemonia.gr

Παίρνουμε την Οδό Λιμένος προς τους δύο λόφους όπου εκτεινόταν το ανακτορικό συγκρότημα και γύρω του η μινωική πόλη την Παλαιονακτορική (1900 π.Χ.) και την Νεοανακτορική (1600 π.Χ.) περίοδο, έως την καταστροφή όλων των μινωικών κέντρων της Κρήτης (1450 π.Χ.). Από την ευρύχωρη, τελετουργική, κεντρική αυλή του Ανακτόρου, τα κλιμακωτά καλντερίμια ανεβαίνουν, μαζί με την γοητεία των αιώνων, στις πλαγιές των λόφων, ανάμεσα στα αισθαντικά ερείπια του συγκλονιστικού παρελθόντος, γαλήνια ωραίου, σαν τη θάλασσα της Μεσογείου απέναντι. Όλα αυτά τα χαμηλά σχήματα ενός θαυμάσιου πολιτισμού, δεν αναστατώνουν τη ψυχή σου, αλλά τη σκέψη σου. Το ίδιο και η ακύμαντη, κυκλική, δεξαμενή, με τα είδωλα των σύννεφων να καθρεφτίζονται στην ακύμαντη επιφάνεια της, και τις σπάνιες νεροχελώνες να σαλεύουν κάτω από αυτά. Η εικόνα των καθαρμών, ξεπλένει τη ματιά μας από τη σκόνη του σύγχρονου κόσμου.

Κι αυτά τα απίθανα τεχνουργήματα από ελεφαντόδοντο, χρυσό, φαγεντιανή, ορεία κρύσταλλο, χαλκό – όπως τα ρυτά, ιδιαιτέρως εκείνο σε σχήμα κεφαλή ταύρου, που μας κράτησαν πολύ ώρα μπροστά τους εκστατικούς στο Αρχαιολογικό Μουσείο Ηρακλείου – που βρέθηκαν στο ασύλητο θησαυροφυλάκιο, είναι ενθύμια μακρινών ταξιδιών και εμπορικών ανταλλαγών, και υπήρχαν, εξαιρετικά αυτά, δίπλα στις καθημερινές απολαύσεις στην αίθουσα των «μαγειρείων» του ανακτόρου. Αυτή η μεγάλη αίθουσα, η οποία επικοινωνεί με την κεντρική αυλή, ονομάστηκε έτσι γιατί εκεί βρέθηκαν εστίες για την παρασκευή της τροφής, μια τριποδική χύτρα με υπολείμματα φαγητού και πολλά οστά από ζώα και πουλιά. Φανταζόμαστε ότι τα φαγητά θα τα μετέφεραν με κάθε επισημότητα στην αίθουσα των «συμποσίων», στο άλλο άκρο της κεντρικής αυλής.

© Nikos G. Mastropavlos / eudemonia.gr
© Nikos G. Mastropavlos / eudemonia.gr

Συντροφιά στη Σίτανο με χοχλιούς μπουμπουριστούς

Τα πλήρη αγαθών τραπέζια στην Κρήτη έχουν την αρχοντιά των συμποσίων, αλλά και την ζεστασιά της συντροφιάς. Ακόμη κι αν το τραπέζι έχει στρωθεί για τους επισκέπτες σε ένα απλό καφενείο του παραδοσιακού χωριού Σίτανος. Απλό; Τρόπος του λέγειν, γιατί τα ποιήματα της κυρίας Χρυσούλας στο καφενείο χωρίς όνομα – ίσως γιατί είναι μοναδικό – είναι εκπληκτικά· οι χρυσές τηγανιτές πατάτες, η φάβα, οι ντολμάδες με τα αμπελόφυλλα, τα καλιτσούνια, οι μπουμπουριστοί χοχλιοί, αυτοί που «φιλούν» την κρητική και προχωρούν επάνω στο χώμα, τους βράχους ή τα άγρια χόρτα και παίρνουν την γεύση τους. Για την κυρία Χρυσούλα όλα είναι απλά και φυσικά: «Μια φορά βάζαμε τους χοχλιούς “αμπούμπουρα” στο τηγάνι, με το σώμα τους επάνω στον καυτό πάτο για να μείνουν έξω. Τώρα τους βάζουμε όπως λάχει, αφού, όμως, τους πλύνουμε και τώρα πολύ καλά. Τους βάζω στο νερό να μαλακώσουν και με το μαχαιράκι τους ξύνω και τους πλύνω καλά – καλά για να καθαρίσουνε.  Εγώ τους βάζω σε μια μικρή κατσαρόλα – αναλόγως την ποσότητα που θέλω να ψήσω – με λαδάκι, και τους αφήνω να βγάλουν το σάλιο τους και να ψήνονται. Τους αλατίζω και όταν ψηθούν ρίχνω ξύδι. Κι αυτό είν’ όλο. Συνήθως βάζουμε δενδρολίβανο, αλλά, εδώ στο καφενείο, δεν το θέλουν όλοι».

© Nikos G. Mastropavlos / eudemonia.gr

Οι αρχέγονες νεράτες μυζηθρόπιτες και οι σαρικόπιτες

Η ιδιοφυής σκέψη του ανθρώπου να ορίζει ο ίδιος την πρώτη ύλη του επιούσιου άρτου του, καθόρισε και την εξέλιξη του. Η καλλιέργεια του σιταριού και των άλλων δημητριακών μεταξύ του Τίγρη και του Ευφράτη στη Μέση Ανατολή, ήταν το αποφασιστικό βήμα προς τον επίζηλο τίτλο του Homo, του επιδέξιου και σκεπτόμενου ανθρώπου. Αυτή η ατμόσφαιρα των καταβολών της τροφής υπάρχουν στη μνήμη του συντονιστή του Γεωπάρκου Σητείας Βαγγέλη Περάκη, ο οποίος παρέα με την Ελευθερία Κουμεντάκη ήσαν οι καλοί μας άγγελοι σε όλο το ταξίδι. Θυμάται ότι αδημονούσαν να πάνε στη Ζάκρο για να τους ψήσει η γιαγιά Ελένη νερόπιτες. Τη θυμάται να ζυμώνει αλεύρι και νερό, και να στάζει μέσα στο ζυμάρι λίγη ρακή για να γίνουν οι πίτες τραγανές. Έστενε το τηγάνι στην παραστιά, που έκαιγε χαμηλή φωτιά, με μια στάξη λάδι και τοποθετούσε στο κέντρο του μια μπάλα ζυμάρι που είχε στην «καρδιά» της ένα σβώλο ξινομυζήθρα. Βουτούσε τα δάκτυλά της κάθε τόσο στο νερό – εξ ού και νερόπιτες – και μάζευε και άπλωνε – για να πάει η ξινομυζήθρα σε όλη την πίτα –  με θαυμαστή ταχύτητα το ζυμάρι, καθώς ψηνόταν, για να πιάσει όλο το τηγάνι. Έτσι, έκανε πολύ γρήγορα έως και δέκα λεπτές νερόπιτες, τις οποίες στοίβαζε στο πιάτο. Όταν τελείωνε, αναποδογύριζε τη στοίβα, και τα παιδιά έπαιρναν και έτρωγαν τις πρώτες, που είχαν στο μεταξύ κρυώσει. Τώρα, βέβαια, η πίτα δημιουργείται έξω, ανοίγεται με το ξυλίκι, και μετά μπαίνει στο τηγάνι για να ψηθεί. Είναι πιο «βλασερή», πιο παχιά και μοιάζει περισσότερο με τη σφακιανή πίτα, που η ξινομυζήθρα δεν έχει ενσωματωθεί τελείως.

© Nikos G. Mastropavlos / eudemonia.gr
© Nikos G. Mastropavlos / eudemonia.gr
© Nikos G. Mastropavlos / eudemonia.gr

Οι σαρικόπιτες, όμως, που έπλασαν και έψησαν μπροστά μας οι γυναίκες του συνεταιρισμού «Μελίων» στη Ζάκρο, είναι περισσότερο πολύπλοκες και περίτεχνες. Η Νεκταρία και η Μαρία ετοιμάζουν τη ζύμη με αλεύρι απλό, νεράκι, λίγο αλάτι, λίγη ρακή, λίγο χυμό λεμονιού – « με το μάτι γιατί έτσι τα μάθαμε κι εμείς» –, σχετικά σκληρή. Η γέμιση είναι ξινομυζήθρα αραιωμένη με ελάχιστο νερό που το βάζουν λίγο – λίγο για να μπορούν να τη μεταχειριστούν. Απλώνουν τη ζύμη με τον πλάστη σε ελαφρώς παχύ φύλλο, το οποίο κόβουν με τον «μύλο» σε μακριές λωρίδες, περίπου τρία δάκτυλα φάρδος. Σε αυτές βάζουν λίγο – λίγο και μαλακά τη γέμιση, και μαζεύοντας με τον δείκτη μια τη μια πλευρά, μια την άλλη, σχηματίζουν την πλεξούδα, την οποία μετά την τυλίγουν σε μια πίτα που μοιάζει με το σαρίκι που φορούσαν οι Τούρκοι στην κεφαλή τους, και γι αυτό τις αποκαλούν σαρικόπιτες. Οι πρώτες απόπειρες των μικρών κοριτσιών να μάθουν να κάνουν σαρικόπιτες, κατέληγαν στην πλεξούδα, αλλά έμεναν εκεί, κόβοντάς την σε κομμάτια, χωρίς να την τυλίξουν. Και εκείνες και τις άλλες τις τηγανίζουν σε ελαιόλαδο, καυτό όσο χρειάζεται για να τηγανιστούν.

© Nikos G. Mastropavlos / eudemonia.gr

Οι σουπιές με τα τσιγαρολάχανα και το φαγητό της γιαγιάς

Τα εκατοντάδες άγρια και ήμερα χόρτα που αναδύονται από την κρητική γη, καρυκεύουν, λες, επί πλέον, με τη νοστιμιά τους, την τροφή. Στο εστιατόριο «Νόστος», στην Κάτω Ζάκρο, η Ελένη παντρεύει τις σουπιές της θάλασσας με τα αδέσποτα βλαστάρια της γης, το λαγουδοφάι, τους αρχατζίκους, τις καυκαλήθρες, τα χνώτα, τα παπούλια, τους κουτσουνάδες, τα λάπαθα, τον αγριομαϊντανό, το αγριόπρασο, τους σκούλους, τον μάραθο, όλα αυτά που στην Κρήτη λένε τσιγαρολάχανα και γεμίζει το στόμα τους γεύση πατρίδας. Τσιγαρίζει στο ελαιόλαδο τα κομμάτια της σουπιάς και τα σβήνει με ιθαγενές, κόκκινο, κρασί. Προσθέτει αλάτι και πιπέρι και τα ψήνει μέχρι να μαλακώσουν. Μετά βάζει τα τσιγαριαστά χόρτα μέχρι να μαλακώσουν και αυτά.

Και μετά έρχονται όλα τα καλά της γης, ταιριασμένα με τον τρόπο της γιαγιάς. Η Ελένη τσιγαρίζει στο τσικάλι με το ελαιόλαδο τους λιανούς χοχλιούς της άνοιξης με λίγο αλάτι. Μετά, βάζει, σταχάκια από σέσκουλα, αγγινάρες, κουκιά χλωρά και μάραθο. Χαμηλώνει και ανακατεύει μια και μοναδική φορά, γιατί αν το ξανακάνει τα χόρτα θα λειώσουν. Προσθέτει αλάτι και πιπέρι αν χρειάζονται. Τα υλικά βράζουν μόνο με το δικό τους νερό.

© Nikos G. Mastropavlos / eudemonia.gr
© Nikos G. Mastropavlos / eudemonia.gr

Το φημισμένο, ενδημικό, ξύγαλο και το Θραψαθήρι

Οι αγκινάρες, που τις είδαμε να σηκώνουν κεφάλι σε κάθε κήπο, είναι έμβλημα του ανοιξιάτικου, παραδοσιακού, κρητικού τραπεζιού. Τις συναντήσαμε ωμές συνοδευτικές της ρακής, μαζί με χλωρά κουκιά και ελίδια, στο φιλόξενο «Da Giorgio» του Γιώργου, από τις καλές επιλογές για φαγητό στη Σητεία, αλλά και ως βασικό συστατικό των πολύ ιδιαίτερων φαγητών του «Οινωδείου» του Δημήτρη, μοσχάρι με φύλλα αγκινάρας κοκκινιστά, αβγά ομελέτα με κεφαλές αγκινάρας και στάκα, και κατσικάκι με κεφαλές αγκινάρας γεμιστές με στάκα και ξύγαλο.

© Nikos G. Mastropavlos / eudemonia.gr
© Nikos G. Mastropavlos / eudemonia.gr

Παρακολουθήσαμε τη διαδικασία μετουσίωσης του αιγοπρόβειου γάλακτος – τελικό προϊόν της μεταποίησης άγριων χόρτων και βοτάνων της κρητικής γης – σε στάκα και ξύγαλο, στο τυροκομείο του Παντελή Κουβαράκη στο Χαμέζι. Το ξύγαλο είναι Προϊόν Ονομασίας Προέλευσης της Σητείας και είναι πρόβειο, κατσικίσιο ή και μίγμα αυτών, κρεμώδες τυρί, ελαφρώς κοκκώδες, με υπόξινη γεύση που αλείφεται στο ψωμί, καλύτερα στα παξιμάδια, και χαρακτηρίζει με τη γεύση του τις φρέσκιες σαλάτες. Η γεύση της γης περνά στο γάλα μέσω της ποικιλίας και των αρωμάτων των χόρτων που βόσκουν τα πρόβατα και οι αίγες, στα οποία οι Κρητικοί αποδίδουν, σχεδόν, μαγικές ιδιότητες. Πανθομολογείται ότι το δίκταμο γιατρεύει τις πληγές, αλλά και η νοστιμιά του κρητικού πιλαφιού δεν μπορεί να προέλθει από σφαχτά που δεν έχουν βοσκίσει στη γη της Κρήτης.

© Nikos G. Mastropavlos / eudemonia.gr
© Nikos G. Mastropavlos / eudemonia.gr

Όλα αυτά ταιριάζουν απόλυτα με το κρασί που παράγεται από τις ενδημικές ποικιλίες σταφυλιών της Κρήτης, που μοιάζουν με ατόφιους χυμούς της γης. Η φημισμένη για τις παραγωγές της Μονή Τοπλού, τυποποιεί το λάδι – κι αυτό Προϊόν Ονομασίας Προέλευσης της Σητείας – και το κρασί. Μας άρεσε ιδιαιτέρως το Θραψαθήρι από τους βιολογικούς αμπελώνες της μονής, ένα λευκό κρασί από γηγενή ποικιλία, με λεπτά αρώματα, γεμάτο σώμα, ισορροπημένη οξύτητα και μακρά επίγευση, που νοητά σε συνοδεύει και μακριά σαν σήμα κατατεθέν της γης της Ανατολής της Κρήτης.

© Nikos G. Mastropavlos / eudemonia.gr

Info

H επίσκεψη στο Γεωπάρκο Σητείας πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο της Πράξης με τίτλο «ΓΕΩΤΟΥΡΙΣΜΟΣ ΣΤΑ ΝΗΣΙΩΤΙΚΑ ΓΕΩΠΑΡΚΑ – GEOTOURISM IN INSULAR GEOPARKS»-«GEO-IN» που υλοποιείται από το Α.Κ.Ο.Μ.Μ. Ψηλορείτης Αναπτυξιακή Α.Ε. Ο.Τ.Α. σε συνεργασία με τον Δήμο Σητείας, το Πανεπιστήμιο Κρήτης/ Μ.Φ.Ι.Κ., το Μουσείο Φυσικής Ιστορίας Απολιθωμένου Δάσους Λέσβου, την Αναπτυξιακή Εταιρία Κοινοτήτων Περιοχής Τροόδους ΛΤΔ και το Τμήμα Δασών του Υπουργείου Γεωργίας, Αγροτικής Ανάπτυξης και Περιβάλλοντος Κύπρου και συγχρηματοδοτείται από την Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΤΠΑ) και εθνικούς πόρους της Ελλάδας και της Κύπρου στο πλαίσιο του Προγράμματος Συνεργασίας INTERREG V-A Ελλάδα-Κύπρος 2014-2020