Food Landscapes

Οι πορφύρες της μνήμης και η λειτουργία του καλοκαιριού στον Εμπορειό της Κάσου

Πορφύρες, μελανούρια, σκάροι, μανούρια, χταπόδια, αχινιοί, φούσκες, κακαβιές, κοχύλια, μάτια της θάλασσας. Ψαρέματα, βουτιές, φαγητά, ρακές, σκοποί της λύρας, μαντηνάδες και γλέντια. Η «αγία τράπεζα» όπου λειτουργεί το καλοκαίρι στην Κάσο, ήταν και εξακολουθεί να είναι το παλιό λιμάνι του Εμπορειού. Ατέλειωτα καλοκαίρια για το μελαμψό από τον ήλιο σώμα και τα ξανθά, από τη «λάβρα» του μεσημεριού μαλλιά, και την δροσισμένη από την ανεμελιά και την αύρα της μητέρας θάλασσας, ψυχή.

© Nikos G. Mastropavlos / eudemonia.gr

© Nikos G. Mastropavlos / eudemonia.gr

Τα καΐκια δεν αράζουν, πλέον, στο λιμάνι του Εμπορειού. Βρίσκουν ασφαλέστερο καταφύγιο στο νέο, μεγάλο, λιμάνι της Μπούκας, που έγινε θυσιάζοντας το αγαπημένο Νησάκι, μια ακλόνητη νησίδα της μνήμης μας. Είναι ενσωματωμένη, λες, στο κέντρο του νου μας  εκείνη η δυναμική θαλασσινή ευωδιά που απλωνόταν στο παλιό λιμάνι του Εμπορειού, μόλις γυρνούσαν οι σφουγγαράδες και οι ψαράδες από τον ημερήσιο, κοπιαστικό, τρύγο της θάλασσας. Οι σφουγγαράδες «έσφιγγαν» τα σχεδόν μαύρα σφουγγάρια, τα πατούσαν μανιωδώς με τα γυμνά πόδια τους επάνω στην κουβέρτα του καϊκιού, βρέχοντάς τα συχνά με τον κουβά, μέχρι να αποβάλλουν τον ζωντανό οργανισμό τους και να μείνει μόνο ο σκελετός τους, δηλαδή, το σφουγγάρι που ξέρουμε· όχι ακριβώς όπως το ξέρουμε, γιατί έχει πολύ δουλειά ακόμη για να τελειοποιηθεί.

Όταν τελείωνε το σφίξιμο του σφουγγαριού, το περνούσαν σαν πέρλα περιδέραιου σε λεπτό σχοινί και τα πόντιζαν στον γιαλό. Μετά, τα ανέσυραν και τα άπλωναν στα ξάρτια του καϊκιού. Όταν στέγνωναν, τα ψαλίδιζαν με ένα ειδικό ψαλίδι για να τα καθαρίσουν από τις άχρηστες άκρες, αλλά και για να τα στρογγυλέψουν συγχρόνως. Και τα στοίβαζαν τέλεια, αφού τα έβρεχαν, σε μεγάλα, ασήκωτα, σακιά, διευθετώντας τα με τα ξυπόλητα πόδια τους. Εμείς, όμως, που τριγυρίζαμε με τα μικρά καλάμια μας στο μουράγιο, μέναμε στο πόντισμα των σφουγγαριών, στο πλάι του καϊκιού. Μαζεύονταν όλα τα μικρόψαρα και τα τσιμπολογούσαν. Εξάλλου, αυτός ήταν ο στόχος των σφουγγαράδων, αλλά και ο δικός μας. Ψαρεύαμε με ζυμάρι από ψωμί και αγκίστρια «μυγάκια» τα μανούρια, μικρά, πλατιά, ασημένια, ψαράκια.

Φωτογραφίες του Σπύρου Πλασκοβίτη στην Κάσο το 1969 από το «Μονόγραμμα» (Ιστορικό Αρχείο ΕΡΤ)

Ψαρέματα με τους εξόριστους της Δικτατορίας

Τα «μυ(γ)άκια» ή «μυ(γ)ά(δ)ες», όπως τα λέγαμε εμείς, ήταν τα πιο μικρά αγκίστρια και τα αγοράζαμε από το μαγαζί του Μανόλη Βρεττού. Μια δραχμή τρία ή τέσσερα. Δεν θυμάμαι. Το ίδιο και τη λεπτή πετονιά, που τη λέγαμε «μιχίνα». Όμως είχε ένα μόνο είδος αγκιστριών. Ίσια και «ασημένια»· ενώ οι εκτοπισμένοι από τους δικτάτορες στο νησί μας, ο Γεώργιος Ράλλης και ο Σπύρος Πλασκοβίτης, που ψάρευαν στα λημέρια μας, τον λιμενοβραχίονα του Εμπορειού, είχαν φέρει μαζί τους από την Αθήνα διαφορετικά «μυγάκια», μαύρα και στραβά. Οπωσδήποτε καλύτερα από τα συνηθισμένα δικά μας. Γι αυτό καμωνόμασταν ότι μας κόπηκαν τα αγκίστρια από την αρματωσιά του καλαμιού και, εκείνοι, φιλότιμοι, προθυμοποιούνταν να μας τα αντικαταστήσουν από τα καλά, τα δικά τους, τα μαύρα και στραβά. Αργότερα, τη χρονιά που τελείωνα το Γυμνάσιο της Κάσου, μας συγκίνησε πολύ το άρθρο του Σπύρου Πλασκοβίτη στον «Ταχυδρόμο», με το οποίο αποχαιρετούσε τον Αλέκο Παναγούλη που σκοτώθηκε σε τροχαίο εκείνες τις ημέρες. «Για ποιους αγωνίστηκε ο Παναγούλης», ήταν, θυμάμαι, ο τίτλος του, και, η απάντηση μέσα στο άρθρο ήταν η στοργή και η φιλοξενία που προσέφεραν μέσα από την καρδιά τους οι Κασιώτες στον εξόριστο, ακόμη και εκείνοι που εκκινούσαν από διαφορετικές ιδεολογικές αφετηρίες.

Άκουσα με την ίδια συγκίνηση τον λογοτέχνη, δικαστή του Συμβουλίου της Επικρατείας και βουλευτή να αυτοβιογραφείται στο «Μονόγραμμα», σε εκπομπή του 1986 από το αρχείο της ΕΡΤ, λέγοντας ότι αυτοί οι εννέα μήνες που πέρασε στην Κάσο ήταν κάτω από δύσκολες συνθήκες, μέσα στο χειμώνα, αλλά «(…) δεν θα ξεχάσω ποτέ αυτό που θα μπορούσε κανείς να το πει ομορφιά και ειδύλλιο στην Κάσο, από αφορμή τη ζεστασιά των ανθρώπων που με περιβάλλανε και την αγάπη που μου δείξανε».

Πως μαζεύαμε και τρώγαμε τις πορφύρες

Ο Σπύρος Πλασκοβίτης έφυγε από την Κάσο τον Μάιο του 1969, αλλά εμείς μείναμε. Κι όταν δεν ψαρεύαμε, βουτούσαμε. Αυτά τα μεγαλόπρεπα «αρτοκούλουμπα» που επιχειρούσαμε στα βαθειά νερά, κάτω από τα ψαράδικα ή τα σφουγγαράδικα τρεχαντήρια από την Κάλυμνο και τη Λέρο, για να μαζέψουμε άδεια ή γεμάτα κοχύλια, μου τα θύμισε ο φίλος μας ο Νίκος, ο «Ψαράς», όταν έβαλε στο κέντρο του ευφρόσυνου κυριακάτικου τραπεζιού, πορφύρες. Αυτά ήταν τα γεμάτα κοχύλια που μαζεύαμε από το βυθό, τα ζωντανά. Μαζεύονταν, για να τραφούν, επάνω στα σκάρτα ψάρια – σαλάχια κυρίως – που τότε, οι ψαράδες, είχαν την πολυτέλεια να τα θεωρούν σκάρτα και να τα πετούν στη θάλασσα όταν καθάριζαν τα δίχτυα τους. Κι ήταν ο βυθός στρωμένος από πεταμένα ψάρια και επάνω τους κοπάδια πορφύρες να γευματίζουν. Όμως, αυτές οι βουτιές σε βαθειά νερά μόνο με μάσκα και αναπνευστήρα, χωρίς βατραχοπέδιλα, ήσαν κοπιαστικές ακόμα και για εμάς. Ποντίζαμε έναν τενεκεδένιο κουβά στο βυθό – συνήθως αυτόν που είχαν δεμένο με ένα κοντό σχοινί τα καΐκια για να «νεσύρνουν» θάλασσα και να πλύνουν την κουβέρτα τους – και  σε κάθε βουτιά βάζαμε μέσα όσες πορφύρες αντέχαμε να μαζέψουμε πάνω από τα νεκρά ψάρια. Ανεβαίναμε, παίρναμε αναπνοή και μετά, ξανά, πάλι «αρτοκούλουμπο» για το βυθό.

Όταν μαζεύαμε αρκετές, ανεβαίναμε από τα Σκαλάκια. Αυτό ήταν κομβικό σημείο της ζωής μας στον λιμενοβραχίονα, γιατί από εδώ μπορούσαμε να ανέβουμε και να κατέβουμε άνετα μέχρι την επιφάνεια της θάλασσας. Μας βόλευε και στο ψάρεμα, αλλά και στην εκπαίδευση στα μακροβούτια. Ξεκινήσαμε να βουτάμε από το πιο χαμηλό σκαλοπάτι και ανεβαίναμε ένα-ένα, μέχρι να φτάσουμε στο πολυπόθητο επίπεδο της βουτιάς από τον μόλο· και μετά ανεβαίναμε ακόμη πιο ψηλά, στην «πίντα», και κάποιοι, πολύ τολμηροί, έκαναν βουτιά και πάνω από το στηθαίο του λιμενοβραχίονα, στην άκρη του, στον φάρο.

© Nikos G. Mastropavlos / eudemonia.gr

Παίρναμε, θριαμβευτικά, τη ψαριά μας στο σπίτι. Εκεί έπρεπε να βράσουμε τις πορφύρες, όπως είναι με το κέλυφός τους, για να μπορέσουμε να τις βγάλουμε με τη βελόνα και να μαλακώσει το κρέας τους για να μπορεί να φαγωθεί. Μόλις τις βγάζαμε, τις βάζαμε στο λάδι και στο ξίδι. Τώρα σκέφτομαι ότι θα τους πήγαινε και η μυρωδάτη, άγρια, ρίγανη και ο μαϊντανός, που, τώρα, ψιλοέκοψε επάνω τους ο Νίκος, πριν μας τις σερβίρει.

Είχαμε μπροστά μας έναν σπάνιο μεζέ, που ο θρίαμβος μας, δεν ήταν καθόλου άσχετος με την ιστορία αυτού του όστρακου. Η πολύτιμη πορφυρά βαφή ήταν γνωστή από την Προϊστορία του Αιγαίου, αφού καταγραφόταν στις πινακίδες της Γραμμικής Β΄ των Μινωιτών, αλλά και ο Όμηρος έβαζε τους ήρωες του στην «Ιλιάδα» να κρατούν ακριβά, βαθυκόκκινα, πανιά. Αλλά, κυρίως, οι πορφυρογέννητοι αυτοκράτορες του Βυζαντίου, ανασταίνονταν μέσα στα υφάσματα που ήταν βαμμένα με το αρχοντικό χρώμα της πορφύρας. Δεκάδες χιλιάδες κοχύλια για μικρές ποσότητες βαφής, που αρκούσαν για να χρωματίσουν ένα μόνο ύφασμα. Και μετά τα πορφυρά φορέματά τους ήσαν το χαρακτηριστικό χρώμα του θριάμβου τους. Τότε, ίσως, να μην είχαμε συνδυάσει τα θερινά παιχνίδια μας με τα χειμερινά μαθήματά μας στο σχολείο, αλλά τώρα που στο σκέφτομαι, οι πορφύρες έβγαζαν ένα ιώδες χρώμα που έμενε ανεξίτηλο όπου έπεφτε στα ρούχα μας. Αυτό το πρόσεξαν οι άνθρωποι στη Μεσόγειο 3.000 χρόνια τώρα, που θεωρούσαν αυτό το σπάνιο χρώμα βασιλικό. Το κάθε κοχύλι έχει ελάχιστο χρώμα στον αδένα του, έτσι ώστε να χρειάζονται δεκάδες χιλιάδες για να βαφτεί ένα ύφασμα πορφυρό. Το έκαναν, όμως, ήδη από την εποχή των Μινωιτών, και μάζευαν τα κοχύλια, περίπου, με τον τρόπο που τα μαζεύαμε και εμείς. Έβαζαν, δηλαδή, δολώματα.

© Nikos G. Mastropavlos / eudemonia.gr

Ο χορός των μελανουριών κάτω από τα τρεχαντήρια

Και δεν πάψαμε ποτέ να ερχόμαστε και να επανερχόμαστε στον Εμπορειό και να κολυμπάνε μέσα στις μνήμες μας, με περίσσια χάρη, τα μεγάλα μελανούρια. Αυτή, ίσως, είναι η πιο εντυπωσιακή εικόνα που έχουμε καταγράψει. Και κυριολεκτικά, γιατί μια από τις πρώτες φωτογραφίες μας που είχαν δημοσιευτεί στο λεύκωμα του Εθνικού Οργανισμού Τουρισμού «GREECE 89» ήταν μια διαφάνεια, τότε, με αυτά τα μελανούρια. Όντως διαφάνεια, γιατί, ενώ έχει τραβηχτεί από το μουράγιο, το κοπάδι των μελανουριών που κολυμπά με χάρη στα σμαραγδένια νερά του λιμανιού, δίνει την εντύπωση υποβρύχιας λήψης.

Το κοπάδι των μεγάλων μελανουριών μέσα στον Εμπορειό, ήταν, πάντα, μια μεγάλη φωτογραφική πρόκληση, όπως ήταν και ψαρευτική στην αρχή. Όμως, αυτά τα μελανούρια, λες και ήταν δασκαλεμένα. Όταν τους πετούσες ένα πατημένο ψάρι, αυτά, ανέβαιναν όλα μαζί και το κατασπάραζαν. Όταν έβαζες αγκίστρι στο δόλωμα, αυτά, ανέβαιναν με την ίδια διάθεση, αλλά μόλις πλησίαζαν, γυρνούσαν πίσω χωρίς να το αγγίξουν. Μια φορά, όμως, κατάφερα να πιάσω ένα πολύ μεγάλο μελανούρι. Ήταν η ώρα που ερχόταν το καράβι από τον Πειραιά και ο κόσμος άρχισε να μαζεύεται στο λιμάνι για να το υποδεχθεί. Εγώ, ψάρευα κεφάλους με πολυάγκιστρο – δέκα-δώδεκα αγκίστρια δεμένα κοντά-κοντά στην πετονιά και τυλιγμένα γύρω από ένα κομμάτι ψωμί που πλέει στην επιφάνεια – το οποίο άρχισα να μαζεύω, καθώς το καράβι βρισκόταν, ήδη, έξω από το λιμάνι και όλο και πλήθαιναν γύρω μου οι άνθρωποι που το περίμεναν. Τότε, κάτι μεγάλο όρμησε στο ψωμί, το διέλυσε, αγκιστρώθηκε και έκανε σαν τρελό πιασμένο στην άκρη της πετονιάς. Η προσπάθειά μου να ανεβάσω το ψάρι έγινε θέαμα για δεκάδες μάτια, ευτυχώς, με ευτυχή για εμένα κατάληξη, αφού το μελανούρι είχε πιαστεί καλά και κατάφερα να το ανεβάσω το μελανούρι στο μουράγιο. Ένας ηλικιωμένος συμπατριώτης μου, με πληροφόρησε ότι ο χαμένος στη θάλασσα παππούς μου, ο Νικόλας, ήταν εξαιρετικός στο απαιτητικό ψάρεμα των μελανουριών, με το καλάμι, από στεριάς.

© Nikos G. Mastropavlos / eudemonia.gr

Φωτογράφισα πολλές φορές το κοπάδι των μελανουριών μέσα στον Εμπορειό. Όποτε έκανα βόλτα εκεί, είχα μαζί μου και τη φωτογραφική μηχανή. Αλλά μια φορά, παραδόξως, δεν την είχα και μου έφυγε η αποφασιστική στιγμή του γεύματος με κακαβιά, επάνω στο αμπάρι του καϊκιού του Σταυρή από την Κάλυμνο. Περνούσα, και ο Σταυρής, καλή του ώρα, με προσκάλεσε να καθίσω στο τραπέζι τους. Τρόπος του λέγειν, γιατί είχαν σερβίρει επάνω στο ελάχιστα υπερυψωμένο κάλυμμα του αμπαριού το φαγητό, και το πλήρωμα καθόταν κάτω, στην «κουβέρτα» του καϊκιού. Είχαν στο κέντρο δυο ταψιά, ένα με το ζουμί και άλλο ένα με τα μαγειρεμένα ψάρια. Ο καθένας είχε μπροστά του ένα πιρούνι και μισό ψωμί. Ο Σταυρής κατάλαβε την αμηχανία μου και μου εξήγησε πώς τρώγεται η κακαβιά στο καΐκι. Οι ψαράδες από την Κάλυμνο τρώνε όλοι από την ίδια «σκουτέλα», καρφώνοντας ένα κομμάτι ψωμί στο πιρούνι και μουσκεύοντάς το στην κακαβιά. Μετά το ζουμί και ψωμί, τρώνε και τα ψάρια. Περιμένω ακόμη να δοκιμάσω πιο νόστιμη κακαβιά. Συνήθως, λέω, ό,τι δεν φωτογραφίζεται είναι σαν να μην υπήρχε. Αυτή, όμως, η κακαβιά, δεν φωτογραφήθηκε, αλλά εξακολουθεί να υπάρχει εντυπωμένη στο νου μου. Όπως και η εικόνα του ίδιου του Σταυρή, να κάθεται σε ένα τραπέζι του «Εμπορειού», του εστιατορίου του Μιχάλη του Αγά και του Γιώργου Κίκη, κοιτάζοντας απέναντι στο μουράγιο που ήταν αραγμένο το καΐκι του. Κι έπαιρνε το βλέμμα του από εκεί μόνο όταν άρχιζε η έκρηξη του γλεντιού.

© Nikos G. Mastropavlos / eudemonia.gr

© Nikos G. Mastropavlos / eudemonia.gr

Απόψε έχει γλέντι στον Εμπορειό

Όταν, πια, το δικό μας τραπέζι ήταν το μοναδικό που παρέμενε ενεργό, υπό την επήρεια της ρακής, στον «Εμπορειό», κι όταν ο Μιχάλης, με την ποδιά του μάγειρα, έβγαινε από την κουζίνα του και πλησίαζε με ένα ποτήρι στο χέρι, και ο Κίκης, εμφανιζόταν, κι εκείνος με τη λευκή ποδιά του, να κρατά το λαούτο στο χέρι, ο Νεκτάριος, σερβιτόρος και αυτός, ήξερε τι έπρεπε να κάνει. Να κουρδίσει τη λύρα του. Μου άρεσε πολύ ο σκοπός του Λιό Ρεΐση ο σκοπός, και ο Μιχάλης δεν μας χαλούσε ποτέ χατίρι:

Του Λιο Ρεΐση ο σκοπός, που (ε)πνί(γ)ει με τη βάρκα

Τη λεβεντιά του ήθελα και τη φωνή του να ’χα.

Κι ο Μιχάλης, κι ο Γιώργης, είχαν τη λεβεντιά και τη φωνή για να μας συγκινούν. Ξέραμε, ότι, όλα αυτά ήταν κοιτάσματα ενέργειας της μικρής πατρίδας μας, που αποθησαυρίζονταν μέσα μας για να τροφοδοτήσουν τη δυναμική του μέλλοντος. Θύμιζα πάντα στον Μιχάλη τον σκοπό του πατέρα του, του Γιάννη του Αγά – ενός βοσκού με στριφτό μουστάκι, «μίζαρο», χειροποίητα, καλοτσαγγαρεμένα στιβάνια, καβάλα στο ψαρί μουλάρι του – τον  «Οθείτικο»:

Στη ξέρη του Κολόφωνα, στου Μουρσελά την πέτρα

Να μην ξανείς ποτέ τα μπρος, μόνο τα πίσω μέτρα.

© Nikos G. Mastropavlos / eudemonia.gr

Το «μάτι της θάλασσας» και η ιδεολογία των κοχυλιών

Εμείς, βέβαια, κοιτάζαμε εμπρός, μετρώντας εμπειρίες και συναισθήματα από τα πίσω, τα παραδομένα, που παίρναμε μαζί μας, σαν φυλαχτό, στην ίδια τσέπη με το «μάτι της θάλασσας» που μου είχε χαρίσει ο Σταυρής σε μια από τις βόλτες στο λιμάνι του Εμπορειού. Το μάτι της θάλασσας είναι το πορτοκαλόχρωμο κάλυμμα του ζωντανού οργανισμού ενός κοχυλιού, όπως τις πορφύρες, αλλά στα βαθειά νερά, που μπλέκεται στα δίχτυα. Πρέπει να βρεθείς κοντά στους ψαράδες για να το αποκτήσεις και, πολύ περισσότερο, για να καταλάβεις τι είναι. Το άγρυπνο, συμβολικό, μάτι της μητέρας θάλασσας, που κρατά, πάντα, την τύχη μας ενεργή και καλόγνωμη.

© Nikos G. Mastropavlos / eudemonia.gr

Πορφύρες, μάτι της θάλασσας, «κοχύλοι» – αυτούς που αλλού τους λένε τρίτωνες ή μπουρού –, ερημίτες, χοχλιοί της θάλασσας. Τα κοχύλια, γενικώς, μας συνάρπαζαν, όχι μόνο ως γεύση, αλλά και ως παιχνίδι για μεγάλα παιδιά. Ίσως γιατί ήταν ένα παράθυρο προς τη θάλασσα, που ακουμπούσαμε το αυτί μας για να αφουγκραστούμε το βουητό της, την αέναη πρόσκλησή της να απαρνηθούμε τα γνωστά και σίγουρα για χάρη των ανεξερεύνητων και των απρόβλεπτων. Αισθανόμασταν ότι στροβιλιζόμαστε μέσα στις σπείρες τους για να αποκτήσουμε κρίσιμη επιτάχυνση και να εκτοξευτούμε, απελευθερωμένοι από τα δεσμά της ηλικίας, σε μακρινά  ταξίδια και εξερευνήσεις σε πρωτοφανέρωτους τόπους. Γι’ αυτό βουτούσαμε, κάτω από τα καΐκια, για να τα φέρουμε από το βυθό, κι όταν, ακόμη, ήταν άδεια από φαγητό. Ήταν το σύμβολό μας.

© Nikos G. Mastropavlos / eudemonia.gr

Η συνταγή για το χταπόδι με κρεμμύδια και ελίδια

Η κυρίως δουλειά του Κίκη δεν ήταν να φέρνει στο τραπέζι μας μόνο το κέφι του, αλλά και διάφορες άλλες γευστικές μαντινάδες και τσαλίμια της σούστας. Το τελευταίο που επεσήμανα ήταν το χταπόδι με τα κρεμμύδια, με πράσινα «ελίδια» την πρώτη χρονιά, απ’ όπου και η φωτογραφία και με μαύρα την επόμενη. Χταπόδι βρασμένο και περασμένο στο τηγάνι, με κρεμμύδια, ελίδια, λάδι και ξίδι. Τη συνταγή την έφερε από τη Θεσσαλονίκη ο γιος του, ο Καίσαρας, κι αυτός μουσικός που παίζει λαούτο και τραγουδά ανάμεσα στα άλλα και  κασιώτικους σκοπούς με τους «Αφούσηδες», το συγκρότημά του. Και ο Γιώργης βρήκε τα υλικά για να το απογειώσει. Τα βάζει όλα μαζί στο τηγάνι, τα πλοκάμια του βρασμένου χταποδιού, τα κρεμμύδια κομμένα φέτες, τις μικροσκοπικές ελιές, τα σβήνει με ξίδι, βάζει και πιπέρι, και αφήνει το φαγητό να μελώσει. Μετά, το σερβίρει με ρίγανη.

 

Το γλωσσάρι του νησιού

Αρτοκούλουμπο: Η τεχνική της κάθετης βουτιάς από την επιφάνεια έως τον βυθό, με την ώθηση των ποδιών και των χεριών. Συχνά τα αρτοκούλουμπα είχαν διαγωνιστικό χαραχτήρα, καθώς έπρεπε να βγάλουμε «σημά(δ)ι» από το βυθό, άμμο ή πέτρα, για να αποδείξουμε ότι φτάσαμε μέχρι εκεί.

Ελίδια: Μικροσκοπικές, μαύρες, ελιές που διατηρούνται στην άρμη.

Κολόφωνας: Σκόπελος ανοιχτά του Εμπορειού, χαρακτηριστικό σημάδι καθώς έρχεσαι από την Κάρπαθο.

Κουβέρτα: Το ξύλινο κατάστρωμα που σκεπάζει το κοίλο του σκάφους.

Λάβρα: Μεγάλη ζέστη. Και αγαπητική προσφώνηση «λάβρα μου».

Μίζαρος: Μακρύ ζωνάρι πλεγμένο με νήμα και μαλλί προβάτου.

Νεσύρνω: Ανεβάζω νερό από τη στέρνα με τον κουβά που είναι δεμένος με σχοινί.

Ξάνοιε: Κοίταζε.

Οθείτικος: Κασιώτικος σκοπός της λύρας, με καταγωγή, πιθανόν, από το χωριό, μονίμως μέσα στο σύννεφο του μπονέντη, Όθος της Καρπάθου.

Σκουτέλα: Σουπιέρα.

Σούστα: Ο βασικός, αντιπροσωπευτικός, χορός της Κάσου.