Travel Tales

Οι μαντινάδες του Μιχάλη του Αγά στον Εμπορειό, το χταπόδι με τα ελίδια του Κίκη και οι θεωρίες της νησιωτικότητας

Share

Ο Μιχάλης του Αγά, στεκόταν στο πόστο του στην κουζίνα του θρυλικού εστιατορίου «Εμπορειός», στο παλιό λιμάνι της Κάσου, εκεί που μαγειρεύει και τραγουδά εδώ και σαράντα χρόνια. Έτσι και τώρα, μας υποδέχτηκε με τον τρόπο που κατέχει καλύτερα να μιλά και να παίρνει επίκαιρη θέση απέναντι στη ζωή, με μια καλοταιριασμένη, ευαίσθητη, μαντινά(δα):

Έτσι ’ναι χαϊδεμένη μου απ’ αγαπά και χάσει

Και του ’ρχεται να τρελαθεί και τα βουνά να πιάσει.

Την επανέλαβε μια-δυο φορές, μέχρι να καταφέρω να τη γράψω όπως την είπε. Φαντάσου, είπα μέσα μου, ότι δυσκολεύομαι να την αντιγράψω. Πόσο μάλλον να την ταιριάξω και να την πω μερακλίδικα, με τον σκοπό, όπως ο Μιχάλης. «Όλο γράφεις, γράφεις, σαράντα χρόνια είμαι εδώ και σε θυμάμαι από πιτσιρίκο να κρατάς το δεφτέρι», μου φώναξε από την επικράτειά του. Μάλιστα, σε μια στιγμή γλεντιού, αυτό το είχε κάνει και μαντινάδα. Μου είχε πει:

Στο ’να τη φωτογραφική και το στυλό στο άλλο

Βλέπω το πάντα να περνά το Νίκο Μαστροπαύλο.

Ο μερακλής λυράρης από την Όλυμπο Μιχάλης Ζωγραφίδης σε γλέντι στον Εμπορειό με τον Μιχάλη του Αγά και τον Γιώργο Κίκη © Nikos G. Mastropavlos / eudemonia.gr

Μπα, δεν θα την είπε έτσι. Ο Μιχάλης δεν θα με φώναζε ποτέ Νίκο. Νικόλας ήξερε ότι ήταν το όνομά μου. Ίσως να είπε «Βλέπω το πάντα να περνά εγώ το Μαστροπαύλο». Δεν θυμάμαι και δεν έχω και μαζί μου τα μπλοκάκια εκείνης της εποχής, που το φαγητό και οι ρακές εξελίσσονταν σε γλέντι. Έτσι, εμείς με τα «μπανιερά» κι ο Μιχάλης και ο Γιώργης ο Κίκης, φορώντας ακόμη τις ποδιές τους, έρχονταν με τη λύρα, το λαούτο και τις μαντινάδες τους, να μετουσιώσουν σε ένα συνηθισμένο θερινό λουτρό σε εμπειρία που θρονιάζεται ανεξίτηλα στη μνήμη, απ’ αυτές που είναι ένας ύμνος στη ζωή, μια άλλη κοσμοθεώριση:

Από σταν εγεννήθηκα, φωδιά με τριγυρίζει

Μα να με κάψει δεν μπορεί, μόνο με βασανίζει.

Στη ξέρη του Κολόφωνα, στου Μουρσελά την πέτρα

Να μη μετράς ποτέ τα μπρος, μόνο τα πίσω μέτρα.

© Nikos G. Mastropavlos / eudemonia.gr
© Nikos G. Mastropavlos / eudemonia.gr

Είχε τραγουδήσει κάποτε ο Μιχάλης. Αλλά, αυτή τη φορά, ο Κίκης δεν έφερε στο τραπέζι μας τη λύρα του, αλλά μια γευστική μαντινάδα, χταπόδι βρασμένο και περασμένο στο τηγάνι με ελίδια, κρεμμύδια, λάδι και ξίδι. Το έφερε ο γιος του ο Καίσαρας – κι αυτός μουσικός που παίζει λαούτο και τραγουδά τον «Αφούση» – από τη Θεσσαλονίκη, και ο Γιώργης βρήκε τα υλικά για να το απογειώσει. Τα βάζει όλα μαζί στο τηγάνι, τα πλοκάμια του βρασμένου χταποδιού, τα κρεμμύδια κομμένα φέτες, τις μικροσκοπικές ελιές, τα σβήνει με ξίδι, βάζει και πιπέρι, και αφήνει το φαγητό να μελώσει. Μετά, το σερβίρει με ρίγανη.

Ζωγραφικό σχόλιο του Τάσου Μαντζαβίνου για τους ανθρώπους της θάλασσας. Συλλογή Νίκου Γ. Μαστροπαύλου

Και πάνω στην ώρα ήρθε και η απορία της Ειρήνης: Γιατί όλοι γίνονται φίλοι στην Κάσο; Αλήθεια, γιατί; Στο νου μου ήρθαν αυθόρμητα τα δύο ισχυρά ρεύματα της νησιωτικότητας. Η καλοπροαίρετη λαχτάρα των περίκλειστων, μικρών, κοινωνιών να εξερευνήσουν νέα πρόσωπα και τις ιστορίες τους, και η οικειότητα που αισθάνονται οι άνθρωποι που ταξιδεύουν για τον άλλον, τον ξένο, τον άγνωστο. Το άγνωστο δεν ήταν ποτέ φόβος για τους νησιώτες, αλλά κινητήριος δύναμη των ταξιδιών. Τα περιτριγυρισμένα από τη θάλασσα πνεύματα είναι αλέστα στις προκλήσεις του αγνώστου και αφήνονται στη γοητεία και τις υποσχέσεις του ταξιδιού, χωρίς να βλέπουν τον προορισμό τους.